Συχνά τα πράγματα είναι απλά. Ο 'όχλος', ως αναμένεται, έχει πληθυντικό 'οι όχλοι'. Είναι βέβαια αξιοσημείωτο ότι ο όχλος δεν έχει ιδιαίτερη ανάγκη από πληθυντικό: πολλοί όχλοι είναι μάλλον ένας μεγάλος όχλος, οπότε η αναγκαιότητα αυτής της λέξης είναι μάλλον ασήμαντη. Και αυτή δεν είναι η μόνη λέξη που δεν χρειάζεται πληθυντικό. Ωστόσο, αυτό δεν είναι κάτι κακό. Μπορεί κάποτε, κάποια βασανισμένη ψυχή να χρειαστεί κάποια τέτοια λέξη, όπως οι όχλοι, οι διαχρονικότητες, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.
(για παράδειγμα, εμάς στο σχολείο μας είπαν στα αρχαία ότι τα ονόματα στα αρχαία δεν έχουν πληθυντικούς, όμως ο Κώστας Καρυωτάκης έγραψε κάποτε μια μπαλάντα, για την οποία χρειάστηκε διαφόρους πληθυντικούς ονομάτων. Κάποιος θα επιχειρηματολογήσει ότι ο Καρυωτάκης χρησιμοποίησε επώνυμα, και μάλιστα ξένων, οπότε αυτό δεν είναι καλό παράδειγμα. Αυτός ο κάποιος θα είναι κακός, και καλά θα κάνει να μην προσποιείται ότι δεν κατάλαβε τι θέλω να πω. Κανένας δε μας λέει ότι ο Καρυωτάκης δεν ήθελε να περιλάβει και Έλληνες στους άδοξους ποιητές, αλλά δίστασε λόγω της ασάφειας επί του θέματος. Άχρηστη παρένθεση τέλος )
Το πρόβλημα εντοπίζεται όταν κάποιοι τύποι χρειάζονται μεν αλλά δεν υπάρχουν. Με αυτό θέλω να πω ότι, οι τύποι πάντα υπάρχουν, αλλά όσο να 'ναι, εάν χρειάζεσαι τη γενική πληθυντικού του 'λαβράκι', το λαβρακιών θυμίζει εσώρουχα, ενώ το λαβρακίων είναι μάλλον άστοχο.
Και κάποιες άλλες φορές, οι τύποι υπάρχουν, είναι ευέλικτοι, χρήσιμοι, έυηχοι... αλλά είναι 'αδόκιμοι', τημπουτάναμου. Ένα κλασικό παράδειγμα, το οποίο μου είχε κάνει εντύπωση από παλιά, είναι η λέξη 'διαφωνούντες'. Τη λέξη τη συναντάς παντού, και κυρίως σε επίσημα κείμενα, όπως άρθρα, ανακοινώσεις, δικαστικά έγγραφα και στις ειδήσεις. Δεν ξέρω πως στο καλό κατάφερε να περάσει για δόκιμη, αλλά το θέμα είναι ότι όλοι την αγαπάνε. Ο Γούγλης απαντά με κάπου 8.250 σελίδες όταν τον ρωτήσεις τη γνώμη του. Όταν όμως τολμήσει ένας μόνος του να εκφράσει τη διαφωνία του, η γλώσσα πνίγεται σε μια κουταλιά νερό, και δεν ξέρει πως να τον ονομάσει. Αυτός μπορεί να είναι 'διαφωνών', όμως ποιος θα τον αποκαλέσει έτσι; Αυτό είναι αρχαία μετοχή. Είναι... ΑΔΟΚΙΜΗ (ακόμα κι αν προσθέσουμε τα 40 αποτελέσματα για το "η διαφωνούσα").
Προφανώς, ο αγαπητός Γούγλης, που μας έδωσε και χώρο για να κάνουμε μπλογκ (δοξασμένο το bandwidth του), δεν είναι απόδειξη καμιάς γλωσσολογικής πρότασης, είναι όμως μια πρόχειρη ένδειξη της κατάστασης. Από την άλλη, είναι αξιοσημείωτο πως στο λεξικό του κου Μπαμπινιώτη, η λέξη διαφωνών αναφέρεται κανονικά. Και προφανώς άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει μαθαίνοντας καθαρεύουσα, ή που έχουν έστω και στοιχειώδες ενδιαφέρον ή γνώση για τα αρχαία, θα τη χρησιμοποιήσουν.
Το θέμα δεν είναι η συγκεκριμένη λέξη. Το θέμα είναι πως, με κάποιο μαγικό τρόπο, στη νεοελληνική έχουν επιζήσει εκφράσεις, τύποι, λέξεις της αρχαίας και της καθαρεύουσας, και έχουν καταντήσει "μαύρα κουτιά". Χρησιμοποιούνται ως έχουν, όχι λειτουργικά, αλλά διακοσμητικά (εάν χρησιμοποιούνταν λειτουργικά, θα έπρεπε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και άλλοι τύποι τους, ανάλογα με τις ανάγκες του λόγου). Δείχνουν κυρίως ότι ο ομιλητής είναι γαμάτος, ξέρει και τη λέξη 'διαφωνούντες', π.χ. Και εάν πας εσύ να τις κλίνεις, να τις χρησιμοποιήσεις σε κάτι που θες να πεις, βρε αδερφέ, σε κοιτάνε ξινά λες και είπες 'της οδός'. Άμα πέσεις και σε φιλόλογο, μπορεί και να σε διορθώσει κι από πάνω. Άει σιχτήρ, δηλαδή.
Το θέμα είναι πως η ενεργητική μετοχή είναι πολύ χρήσιμη, και δεν υπάρχει καμία μα καμία λογική στην κατάργησή της. Και μην ακούσω τίποτα για δυσκολία εκμάθησης. Την παθητική μετοχή μια χαρά ξέρουμε να την κλίνουμε. Α, και η αστεία λεπτομέρεια της ημέρας: η παθητική μετοχή δε χρησιμοποιείται επιρρηματικά! Χοχο. Καταμερισμός.
Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ ακόμα, αλλά μάλλον δε θα το κάνω για να μην παραγίνω κουραστικός. Στο διάολο οι διαφωνούντες, λοιπόν. Εγώ διαφωνώ μόνος μου, κι άμα τολμάτε αποκαλέστε με με την ιδιότητά μου. Ο τολμών και χάριν έχει, που λέει και η παροιμία. Δηλαδή, θέλω να πω, ο γοργών νικά. Δηλαδή αφήστε με, μπερδεύτηκα με όλες αυτές τις ενεργητικές μετοχές. Αυτά.