Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

το σύντομο ποστ: οι απαρχές

Μερικές λέξεις είναι απλά άσχημες και αδέξιες. Στην κατηγορία εμπίπτει πανέμορφα μια σειρά από "ρήματα" που έχει συντεθεί από άλλα ρήματα. Ελάτε τώρα, όλοι ξέρουμε για ποια μιλάω. Ανοιγοκλείνω. Μπαινοβγαίνω. Βαζοβγάζω. Αναβοσβήνω. Πηγαινοέρχομαι. 

Παραδόξως, από την αξιαγάπητη αυτή σειρά έχουν ξεφύγει διάφορες έννοιες, τις οποίες θέλω να προτείνω:

  • Δινοπαίρνω
  • Γραφοσβήνω
  • Κανοξεκάνω
  • Πινοφτύνω
  • βαφοξεβάφω

Φαίνεται ότι η παραγωγή αυτή περιορίζεται σε ρήματα ενεργητικής φωνής, γι' αυτό και δεν περιέλαβα και το καθομαισηκώνομαι.  Άλλωστε υπάρχει η έκφραση "σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε", που καλύπτει την εννοιολογική λειτουργία του ρήματος. 

Και μια και το έφερε η κουβέντα, αναρωτιέμαι πως είναι το blink στα ελληνικά (εκτός από το πανέμορφο "ανοιγοκλείνω τα μάτια"). 

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

ό,τι κατελάβατε, κατελάβατε

Το ρήμα λαμβάνω, είναι ένα προφανώς χρήσιμο και πολυχρησιμοποιούμενο ρήμα, και επίσης η βάση μιας μεγάλης σειράς συνθέτων ρημάτων. Λίγα δείγματα:

  • αναλαμβάνω
  • περιλαμβάνω
  • εκλαμβάνω
  • καταλαμβάνω
  • καταλαβαίνω

Ωπ. Κάτι συνέβη εδώ, σε αυτό το τελευταίο. Όλοι ξέρουμε ότι το λαμβάνω κάποια στιγμή έγινε λαβαίνω. Επίσης είναι προφανές από τα παραπάνω (και άλλα), ότι τα παράγωγά του ρήματα δεν το ακολούθησαν. Εκτός φυσικά από το καταλαβαίνω, το οποίο δεν πιάνω πως ακριβώς την είδε. Γενικά δεν ξέρω με ποιον τρόπο ή σειρά έγινε όλο αυτό ("let's not bicker and argue about 'o killed 'o"), αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. 

Η παραπάνω μικρή ασυνέπεια με βάζει σε πειρασμό να εικάσω ότι προέρχεται από τη συχνή χρήση του ρήματος. Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, δε θα ήταν κάτι σημαντικό, εάν δεν υπήρχε και αυτό το καταλαμβάνω. Έτσι, δεν καταλαμβάνω τίποτα. Γλωσσική μίτωση

Δείτε τώρα τι γίνεται: έστω ότι μιλάμε για το παρόν. Εάν είμαι στρατιωτικός, καταλαμβάνω, ενώ αν είμαι μαθητής, καταλαβαίνω (λέμε τώρα). Καλά μέχρι εδώ. Στο παρελθόν, όμως, ο στρατιωτικός κατέλαβε, ο μαθητής δεν κατάλαβε. Εδώ δεν υπάρχει ίχνος λογικής, αφού ακόμα και το λαβαίνω έχει αόριστο έλαβα! Αλλά φυσικά, ας καταστρατηγήσουμε τους κανόνες, γιατί αλλιώς θα τα μπερδεύουμε, τα δύο ίδια ρήματα. Επόμενος στόχος της επιτροπής αποσαφήνισης: ένα από τα διάλειμμαδιάλυμα θα προφέρεται με ουρανικό λι (εάν το λέω σωστά, χεχε). 

Ο μέλλοντας, από την άλλη, είναι πανομοιότυπος. Δεν ξεχωρίζεις γρι. Και εδώ δεν είναι απλά δύο ομόηχες λέξεις τις οποίες ξεχωρίζεις από τα συμφραζόμενα: είναι η ίδια λέξη ακριβώς! Καθυστέρηση. 

Δε φτάνει λοιπόν που έχουμε αρχαίες και νέες λέξεις μαζί, που οι μισές κλίνονται ή έχουν χρόνους σύμφωνα με την αρχαία γραμματική, και οι άλλες με τη νέα, που κανείς δεν ξέρει τελικά ποιες αρχαίες λέξεις είναι αποδεκτές και ποιες όχι, έχουμε και λέξεις της αρχαίας, με τις αντίστοιχες τις νέας, ταυτόχρονα! Και έχουν και διαφορετική σημασία. Χαμός. 

Εν τω μεταξύ, πάνω στη σημασία, βρήκα το εξής (από εδώ):

[μσν. καταλαβαίνω < αρχ. καταλαμβάνω `κυριεύω, κυριεύω με το μυαλό, εννοώ΄ μεταπλ. κατά το λαμβάνω > λαβαίνω]

Φαίνεται λοιπόν πως μάλλον η σημασία κατανοώ είναι μεταφορική. Τώρα πως φτάσαμε από εκεί, στο να θεωρείται το *κατάλαβα σωστό, και το κατέλαβα λάθος, ένας θεός ξέρει. 

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

να μείνω; ή να περιμείνω;

Περιμένει κανείς ότι θα υπάρχουν κανόνες, και σε αυτούς τους κανόνες θα υπάρχουν εξαιρέσεις. Και μετά συναντάς το εξής. 

Ναι μεν, αν μετακομίσω, θα μείνω  σε νέο σπίτι, νέα περιοχή, αλλά εγώ θα παραμείνω ο ίδιος. Θα επιμείνω να με επισκεφθούν στο νέο μου σπίτι όλοι μου οι φίλοι, και θα... ε... θέλω να πω, θα είμαι εδώ όταν έρχονται. Και δε θα φύγω. Πως το λένε. Νομίζω θα περιμείνω. Όχι; Χμ. 

Αυτό δεν είναι εξαίρεση, είναι μάλλον χαζομάρα. Αλλά ας προσπαθήσουμε να το εξετάσουμε. Μήπως είναι πραγματική εξαίρεση; 

Μήπως ήταν από τα αρχαία χρόνια εξαίρεση; Μπα

Μήπως είναι αρχαίο ρήμα, το οποίο έχει επιζήσει μόνο του στη νέα ελληνική, και επομένως ακολουθεί πια τους κανόνες της νέας ελληνικής για το σχηματισμό του μέλλοντος; Χουμ. Όχι. Υπάρχουν όλα τα παραπάνω, και μερικά άλλα. Μέχρι και το μείνει έχει μείνει, για το όνομα του θεού. Ο σχηματισμός του μέλλοντος αυτών των ρημάτων (μένω, παράγωγα του νέμω, στέλλω, άντε στέλνω, σπέρνω κ.ά.), έχει επιζήσει ανέπαφος. Και όχι μόνο σε σύνθετα ρήματα, όπου είναι πιο εύκολο να επιζήσουν αρχαίοι τύποι (όπως για παράδειγμα στο παρήγγειλα), αλλά και στο βασικό ρήμα, αυτούσιο. 

Οπότε μάλλον κάπου έγινε λάθος και διαιωνίστηκε. Ο εξακολουθητικός μέλλων κάλυψε τον στιγμιαίο. Σε αυτό μάλλον επέδρασε και η σημασία του ρήματος. Αλλά μάλλον αυτό που επέδρασε πιο αποφασιστικά, εκτιμώ, είναι ότι το περιμένω είναι ρήμα που χρησιμοποιείται καθημερινά, από όλους. Βέβαια, και το μένω είναι στην ίδια κατηγορία, αλλά δε νομίζω ότι αυτό αποδεικνύει ότι δε φταίει η συχνή και καθημερινή χρήση για την παραφθορά. Κι άλλες λέξεις έχουν πάθει τα ίδια, αλλά φυσικά δε θα παραφθαρούν όλες οι λέξεις, μόνο μερικές, για τυχαίους λόγους. Άγνωσται αι βουλαί του όχλου. 

Γενικά, οι πιο φθαρμένες και ταλαιπωρημένες λέξεις, είναι οι απλές, καθημερινές, που μάλλον επέζησαν την Τουρκοκρατία. Καλογυαλισμένες είναι συχνότερα αυτές που έχουν δημιουργηθεί ή αναστηθεί στα κοραήστικα, ουσιαστικά βγαλμένες από προθήκες, με ευλάβεια. 

Παραδείγματα:

  • ξέρω
  • δίνω
  • αυγό
  • βγαίνω
  • κορίτσι
  • αγόρι
  • λεφτά
  • κουτί
  • βάζω
  • παντρεύομαι
  • πλεμόνι
  • παίρνω

Και δεν ανέφερα καν ξένα δάνεια. 

Εγώ πάντως, φλερτάρω πολύ με το περιμείνω. Μου φαίνεται ότι είναι όπως οι παραπάνω λέξεις, απλά είναι στην αρχή της διαδικασίας παραφθοράς. Και έχουμε μια ευκαιρία να το σώσουμε, όντες και λίγο συνεπέστεροι. Οπότε, κόσμε, ξεσηκώσου, μην "περιμένεις", γιατί αν "περιμενεις" τώρα, θα "περιμένεις" για πάντα, ίσως και χειρότερα. 

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

ο άσφαλτος

Αυτό το ποστ γίνεται για να λύσει μια παρεξήγηση, και έπρεπε μάλλον να είχε γίνει νωρίτερα. Είχα σχεδιάσει να είναι το πρώτο ποστ του μπλογκ, δεδομένου ότι εξηγεί τον τίτλο του, αλλά τελικά το πρώτο μου προέκυψε διαφορετικό. Οπότε ας επανορθώσω. 

Αρχικά παραθέτω από εδώ:

Σε συνεντευξη στην Αννα Παναγιωταρεα:
-Εχετε κανει κανενα σφαλμα που το μετανιωσατε;
-Φυσικα. Σε αυτη τη ζωη κανεις δεν ειναι ασφαλτος.
Αντζελα Δημητριου

Επίσης παραθέτω μόνο και μόνο επειδή είναι απίστευτο: 

Συνελήφθησαν 25 περίπου λούθροι κουδρομετανάστες (Εκφωνητής Alpha News 98.7FM)

:D 

Αχέμ. Επιστρέφουμε στο θέμα μας λοιπόν. Όπως όλος ο κόσμος, κι εγώ γέλασα με τα λόγια της κυρίας Δημητρίου, δεδομένου ότι η παραπάνω παράθεση συνήθως συνοδεύεται από πλειάδα άλλων βλακειών που έχει πει, που είναι αδιαμφισβήτητα πιο άκυρες.

Αργότερα όμως, αναρωτήθηκα εάν είχα δίκιο που γέλασα, αφού η λέξη άσφαλτος, παρά τη (δόκιμη) σύνδεση με το παράγωγο του πετρελαίου με το οποίο απλώνουμε δρόμους, φαίνεται να παράγεται σωστά από τη λέξη σφάλλω, και εκφράζει αυτό ακριβώς που ήθελε να πει η κυρία Δημητρίου. 

Πιθανώς η αοιδός, συναγωνίστρια στο σκοπό μου κατά της δοκίμου έκφρασης, να κοίταξε τη δημοσιογράφο παγερά και να της ανέλυσε πως η λέξη άσφαλτος δηλώνει πως το ουσιαστικό το οποίο χαρακτηρίζει είναι απαλλαγμένο από σφάλματα, αφού παράγεται από το ρήμα σφάλλω. Πιθανώς να αναφέρθηκε στα ρηματικά επίθετα σε -τος, όπως το φατός, εκ του φημί. Από την άλλη ίσως και όχι. Δεν έχω δει τη συνέντευξη (και μάλιστα είχα μείνει με την εντύπωση ότι ήταν στην εκπομπή της Έλλης Στάη). Το σημαντικό είναι πως η Γλωσσική Αστυνομία συνέλαβε τη λέξη “άσφαλτος” και την επανέφερε στα γνωστά της καθήκοντα (την πέταξε στο δρόμο), και την αντικατέστησε ύπουλα με τη “δική της” λέξη “αλάθητος”. 

Πάντως ο μόνιμος σύμβουλός μου, κύριος Μπαμπινιώτης, αναφέρει τη λέξη και με αυτή τη σημασία της. Και τέλος πάντων, στην προκειμένη περίπτωση πιστεύω ότι ακόμα και αν δεν την ανέφερε, δε θα δίσταζα να ισχυριστώ την ορθότητά της, η οποία φαίνεται σχεδόν σίγουρη. Μάλιστα η παραγωγή της είναι τόσο απλή και προφανής, που ακόμα και ένας άνθρωπος που γενικά έχει δείξει πως η γλώσσα είναι μάλλον ένα τεντωμένο σκοινί πάνω στο οποίο ακροβατεί, την παρήγαγε αυθόρμητα. 

Νομίζω ότι αυτήν ακριβώς την πρακτική προσπαθώ να ενθαρρύνω, να μη φοβόμαστε να παράγουμε λέξεις. Προφανώς θα σφάλλουμε κάπου, κανείς δεν είναι άσφαλτος. Ωστόσο οι γλωσσολόγοι θα επισημάνουν αυτά τα λάθη, και μπορούμε να τα αποφύγουμε, χωρίς να θυσιάσουμε τη θάλασσα των λέξεων που δεν χρησιμοποιούμε τώρα υπό το ζυγό του "δοκίμου". Όσο κι αν ανατριχιάζω που το γράφω, πρέπει: μιλήστε όλοι όπως η Άτζελα (sic) Δημητρίου! 

Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία του (της, του) ασφάλτου, και είναι μία από τις ιστορίες αυτού του μπλογκ. Προσέξτε. Δεν είμαι εγώ ο άσφαλτος, ακόμα κι αν αυτό νομίζατε ότι υπονοούσα. Ήταν ένα ατόπημα, μια παραδρομή. Ένα λάθος. Χε. Η γλώσσα μας είναι πλούσια σε λέξεις που δηλώνουν το λάθος, και όλες φαίνεται να προσεγγίζουν την έννοιά του, είτε θεωρώντας ότι το λάθος είναι κάτι που κρύφτηκε, που δεν έγινε αντιληπτό, είτε ότι είναι ένα γλίστρημα, μια σούπα

Παρεμπιπτόντως, έχω αποκτήσει μια δυσπιστία απέναντι σε διάφορες ετυμολογήσεις λέξεων, οι οποίες μαζί με την ετυμολόγηση δίνουν και μια φιλοσοφική/ρομαντική εξήγηση της προέλευσης της λέξης. Μία από αυτές τις λέξεις είναι η αλήθεια (μια άλλη, πιο σίγουρα άκυρη, είναι η λέξη άνθρωπος και τα περί του *άνω θρώσκοντος), για την οποία αν θυμάμαι σωστά μας έλεγαν ότι κυριολεκτικά σημαίνει "αυτό που δεν ξεχνιέται", και κατ' επέκταση αυτό που είναι αλήθεια, γιατί η αλήθεια δεν λησμονείται κ.ο.κ. (και ομόρφως καθεξής).

Και ο κύριος Μπαμπινιώτης αυτό γράφει. Γράφει όμως επίσης ότι η λέξη λήθη, είναι ομόρριζη της λέξης λάθος, και φαίνεται ότι οι λέξεις αυτές είχαν αποκτήσει τη μεταφορική τους σημασία ήδη από την αρχαία εποχή. Μήπως λοιπόν η λέξη αλήθεια δε σχηματίστηκε τόσο ρομαντικά, αλλά σημαίνει κυριολεκτικά "αυτό που δεν είναι λάθος"; Η διαφορά είναι μικρή, οι έννοιες μπλέκονται αρκετά, και επίσης, μη ων γλωσσολόγος, δεν μπορώ να ανακατασκευάσω μια πιθανή κατασκευή της λέξης από το θέμα λαθ-. Απλώς το αναφέρω, σε περίπτωση που κάποιος γνωρίζει και μπορεί να μας διαφωτίσει. 

Αυτά περί λαθών, σφαλμάτων και ασφάλτων. 

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

Αποριοδρόμιο, παράρτημα

Μετά το προηγούμενο ποστ, κάποια μου επεσήμανε τη λέξη διανεμητέος, και αρχικά σκέφτηκα πως είχα άδικο. Στη συνέχεια, είπα να το ψάξω λίγο, και καθ' ότι προς το παρόν οι πηγές μου δεν είναι και φοβερές, απεθύνθηκα στον αξιαγάπητο Γούγλη. 

Βρήκα αυτό.  Παραθέτω το σημαντικό: 

Τα ρηματικά επίθετα σε -τέος εμφανίζονται από τον 5ο αιώνα και εξής και δηλώνουν την παθητική αναγκαιότητα να συμβεί ή να μη συμβεί ό,τι δηλώνει το ρηματικό επίθετο στο ουσιαστικό που προσδιορίζεται από αυτό, την ανάγκη δηλαδή να συμβεί στο ουσιαστικό ό,τι δηλώνει το ρήμα από το οποίο προέρχεται το ρηματικό επίθετο[...]

Πιθανώς λοιπόν το διανεμητέος δεν είναι απάντηση. Αυτό όμως με έκανε να αναρωτηθώ: πόσο σίγουρος είμαι ότι η κατάληξη -ιμος σχηματίζει επίθετα που δηλώνουν ότι το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό δύναται να εκτελεί αυτό που δηλώνει το ρήμα από το οποίο σχηματίζονται; Σκέφτομαι ότι ίσως δεν είναι τόσο απόλυτο. Ομολογώ ότι μάλλον έπεσα στην παγίδα, έχοντας στο μυαλό μου την κατάληξη της αγγλικής, -able, η οποία είναι εξαιρετικά χρήσιμη. 

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η παραπάνω έννοια της κατάληξης -ιμος δεν υπάρχει. Παραθέτω κάτι άλλο που βρήκα

-ιμος -ιμη -ιμο [imos] & -σιμος -σιμη -σιμο [simos] & -ξιμος -ξιμη -ξιμο [ksimos] & -ψιμος -ψιμη -ψιμο [psimos], ανάλογα με το χαρακτήρα του συνοπτικού ρηματικού θέματος από το οποίο παράγεται : επίθημα επιθέτων παράγωγων από ρήματα· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο είναι κατάλληλο, μπορεί ή πρέπει να δεχτεί την ενέργεια που εκφράζει το ρήμα από το οποίο παράγεται[...]

Εγώ αναφερόμουν στην έννοια της καταλληλότητας και της δυνατότητας, όχι την τρίτη έννοια, του "πρέπει". Χαχα. Εδώ φυσικά, δεν ήθελα να γράψω ένα πρέπει σε εισαγωγικά, αλλά χρειάστηκα μια λέξη η οποία να δηλώνει την ιδιότητα κάποιου προσδιοριζόμενου ότι πρέπει. Την *πρεπότητα, ας πούμε. Αλλά δεν. 

Στη συνέχεια της παράθεσης, έχει και παραδείγματα, τα οποία με διευκολύνουν σε αυτό που θέλω να πω. Αρχικά έχει τα εκλέξιμος, εκπαιδεύσιμος, επεξεργάσιμος, τα οποία έχουν ακριβώς την έννοια της δυνατότητας του προσδιοριζόμενου να Χ, όπου Χ το ρήμα από το οποίο προέρχεται η λέξη. Μετά όμως παρατίθεται το κολάσιμος, όπου μάλλον η κατάληξη δηλώνει την *πρεπότητα (όχι θα κάτσω να σκάσω) του κολασμού. Γενικά, οι έννοιες είναι συναφείς και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο είναι ισχνή, οπότε νομίζω ότι με ασφάλεια μπορούμε να θεωρήσουμε ότι εάν θέλουμε μια τέτοια λέξη (που να δηλώνει τη δυνατότητα), θα χρησιμοποιήσουμε την κατάληξη -ιμος, και κατά περίπτωση οι λέξεις που θα σχηματιστούν μπορεί να έχουν λίγο διαφορετική σημασία, ανάλογα και με την έννοια του ρήματος που θα χρησιμοποιήσουμε. 

Ενδιαφέρουσα (αλλά χωρίς βαρύτητα, μάλλον), είναι και η ύπαρξη της κατάληξης ως μετάφρασης του -able εδώ.

Η κατάληξη -τέος, από την άλλη, μου φαίνεται ότι δηλώνει μάλλον ότι το προσδιοριζόμενο είναι ή θα είναι το αντικείμενο του ρήματος, είναι μια πραγματική δήλωση. Περισσότερα για τα ρηματικά επίθετα σε -τος και -τέος, για όποιον ενδιαφέρεται, στο σύνδεσμο στην αρχή του ποστ. 

Παρεμπιπτόντως, ψάχνοντας για πληροφορίες πάνω στο θέμα, βρήκα και μια ενδιαφέρουσα συζήτηση σχετικά με ορολογία, και πιο συγκεκριμένα με τη λέξη αγωγιμότητα. Το ενδιαφέρον όμως της συζήτησης για μένα δεν είναι αυτή καθ' εαυτή η αγωγιμότητα, αλλά η αναφορά σε δύο αρχές της ορολογίας:

"[...]αρχή της «Εμμονής στην καθιερωμένη χρήση», μια άλλη, όμως, είναι η αρχή της «Γλωσσικής καταλληλότητας». Η πρώτη απαιτεί να μην αλλάζουμε καθιερωμένους όρους αν δεν υπάρχει σοβαρόςλόγος, ενώ η δεύτερη απαιτεί οι όροι να σχηματίζονταισύμφωνα μετουςκανόνεςτης αντίστοιχης γλώσσας (λ.χ. κανόνες σύνθεσης ή παραγωγής). Η «γλωσσική καταλληλότητα» ενός όρου, και ιδιαίτερα όταν αυτή αφορά σύνθεση και/ή παραγωγή στη γλώσσα μας, μπορεί να είναι πράγματι πολύ σοβαρός λόγος ώστε να παρακαμφθεί η αρχή της καθιερωμένης χρήσης."

Δεν ήξερα την ύπαρξη της πρώτης, αν και φανταζόμουν την ύπαρξη της δεύτερης. Συμφωνώ απόλυτα με τον κύριο. Η Γλωσσική Καταλληλότητα γαμάει την εμμονή στην καθιερωμένη χρήση (χωρίς κεφαλαία), όπου κι όποτε θέλει. Άντε γιατί έχουν αρχίσει και οι εφημερίδες να γράφουν *συγνώμη, και φορτώνω. Ασταδιάλα ρε. Κάτι τέτοιες αρχές (όπως και μια άλλη για την οποία διάβαζα τελευταίως σε μια πανέμορφη σελίδα, η αρχή της προφύλαξης, αν και είναι πολύ πιο δικαιολογημένη), είναι κατά τη γνώμη μου για μπάτσες (δε με ρώτησε κανείς, δυστυχώς). 

Πραγματικά, η λογική αυτής της αρχής μου είναι αδιανόητη. Κάποτε όλος ο κόσμος νόμιζε ότι η Γη ήταν επίπεδη, και ότι στηριζόταν στην πλάτη ελεφάντων, κι αυτοί με τη σειρά τους στην πλάτη μιας γιγάντιας χελώνας. Ή τέλος πάντων, κάποιο από όλα αυτα ( ;-) ). Δηλαδή τι; "Ανακαλύψαμε ότι η Γη τελικά δεν είναι επίπεδη", "ναι αλλά αν αρχίσουμε να το διαδίδουμε, ο κόσμος θα μπερδευτεί. Άσε καλύτερα". Και μην ακούσω ότι είναι διαφορετικό. Το *συγνώμη είναι ένα μικρό και εμφανές δείγμα, αλλά είμαι σίγουρος ότι η συχνή χρήση έχει καταστρέψει πολλές ακόμα λέξεις, καθώς και εκφράσεις και έννοιες, και σε όλα υπάρχει το αντικειμενικά σωστό, και το λάθος. Γιατί να μην το επιβάλλουμε λοιπόν; Πέρα από την ευρεία διάδοση του λάθους, δεν υπάρχει κάποια άλλη υπεράσπιση για τύπους όπως το *συγνώμη. Και η ευρεία διάδοση του λάθους δεν μπορεί να αποτελεί λόγο ύπαρξης. Να πεθάνει, λοιπόν. 

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

Αποριοδρόμιο

Ένα σύντομο παράδοξο: πως γίνεται ο δρόμος των πεζών (κατά μία έννοια) να λέγεται πεζοδρόμιο, ενώ ο δρόμος των ποδηλάτων λέγεται ποδηλατόδρομος; Χουμ. Μήπως θα έπρεπε να λέγεται το πρώτο πεζόδρομος; Ή μήπως το δεύτερο ποδηλατοδρόμιο; Γιατί τότε θα ήταν καλή απορία πως θα ονομάζαμε αυτά που τώρα λέμε πεζόδρομος και ποδηλατοδρόμιο. 

Πάντως το πεζοδρόμιο θα ήταν περίεργο όνομα για το δρόμο όπου περπατάνε και οι πεζοί και διασχίζουν τα αυτοκίνητα. Πρώτα πρώτα, δε θα είναι “δρόμος”, οπότε πως θα πηγαίνουν εκεί τα αυτοκίνητα; Ίσως αν το λέγαμε πεζόδρομο, όπως τώρα, να λύνονταν τα πράγματα. Επομένως, ας πούμε τη λωρίδα των ποδηλάτων, ποδηλατοδρόμιο. Πολύ όμορφα, δεν έχω αντίρρηση να οδηγώ το ποδήλατό μου στο ποδηλατοδρόμιο, αφού οι πεζοί περπατούν στο πεζοδρόμιο. Ισότητα. Ωστόσο δυσκολεύομαι λίγο με την ιδέα του ποδηλατοδρόμου Ολυμπιακών Διαστάσεων που βρίσκεται στο ΟΑΚΑ. Δηλαδή τι δρόμος είναι αυτός; Που πάει; Μου φαίνεται ότι κάνει κύκλους. Νομίζω ότι τελικά θα πάρω το αυτοκίνητό μου. Μια χαρά, θα οδηγώ στο δρόμο και τον αυτοκινητόδρομο, μπορεί να περάσω και κανέναν πεζόδρομο. Φυσικά, ούτε λόγος για να πάω στο αεροδρόμιο. 

Το θέμα είναι πως ενώ αυτές οι λέξεις, ομολογουμένως, δεν παρουσιάζουν κανένα ορατό πρόβλημα στην καθημερινή γλώσσα, αποτελούν ένα δείγμα ασυνέπειας στην παραγωγή όρων (και εκτός αυτού, έχουν και πλάκα). Αυτό μπορεί να φαίνεται αρκετά αθώο, αλλά νομίζω ότι είναι σύμπτωμα της φιλοσοφίας που διακατέχει τη νεοελληνική (τουλάχιστον τη σχολική διδασκαλία της): μαθαίνουμε να χρησιμοποιούμε τις λέξεις ως έχουν, ενώ κανείς δε μας ωθεί να παραγάγουμε λέξεις. Ούτε και μας το απαγορεύει, βέβαια, αλλά δεν ενθαρρύνεται κιόλας.  

Νομίζω ότι η ελληνική είναι μια γλώσσα της οποίας η παραγωγή λέξεων είναι μάλλον το φόρτε της, και ο ελληνικός λόγος θα ήταν πιστεύω πολύ πληρέστερος και πλουσιότερος, εάν η παραγωγή λέξεων ενθαρρυνόταν στην εκπαίδευση. Και δε μιλάω για ορολογία, όπως τα βλακοδρόμια και τα λοιπά, αλλά για λέξεις που μπορεί να χρειαστούν στην καθημερινή αλλά και στην όχι καθημερινή ομιλία. 

Το αποτέλεσμα, πιστεύω, δε θα ήταν ότι θα παραγάγαμε περισσότερες λέξεις. Όχι κάτι τόσο ποσοτικό. Το πλεονέκτημα θα ήταν ότι θα αναγκαζόμαστε να αναζητήσουμε τρόπους παραγωγής λέξεων που θα παρήγαγαν έγκυρες λέξεις, θα αποκτούσαμε δηλαδή ένα σύνολο τυπικών κανόνων οι οποίοι θα διεύρυναν το φάσμα των εννοιών που καλύπτουμε. 

Όπως έχουν τα πράγματα, ο μόνος κανόνας παραγωγής που θυμάμαι να μάθαμε στο σχολείο, είναι πως όταν φτιάχνεις μια σύνθετη λέξη, εισάγεις ένα -ο- ανάμεσα στα συνθετικά :-\ τίγκα στην ευελιξία. Πουθενά δε μάθαμε πως φτιάχνεται ένα ουσιαστικό που δηλώνει το αποτέλεσμα ενός ρήματος, για παράδειγμα. Μαθαίναμε για υπάρχουσες λέξεις, ότι παρήχθησαν έτσι, και μάλιστα μας ανέφεραν πάνω-κάτω πως, αλλά δε φαίνεται να σκέφτηκε κανείς ότι μπορούμε να το κάνουμε και σήμερα αυτό. Για παράδειγμα, η λέξη πτώση, δηλώνει την πράξη του ρήματος πίπτω. Για το ρήμα βάλλω, όμως, η αντίστοιχη ενέργεια (*βλήση;) δεν υπάρχει. Άλλες αδέξιες προσπάθειες που έκανα για να την εκφράση είναι οι λέξεις πέταγμα (που χαντακώνεται από το ότι είναι πιο δόκιμη η έννοια που βασίζεται στο αμετάβατο πετάω), και ρίξιμο, η οποία όπως ανακάλυψα, υπάρχει και στο λεξικό του κου Μπαμπινιώτη. Ομολογώ ότι δε με ικανοποιεί. Κάτι που να προέρχεται από τη ρίζα του βάλλω, δεν έχετε; Η απάντηση είναι πως δεν τις φτιάχνει πια το εργοστάσιο. 

Είναι αστείο πως η λέξη βλήμα υπάρχει και χρησιμοποιείται κανονικότατα. Παρατηρήστε την και τη λέξη πτώμα. Πραγματικά νιώθω έτσι: 

Είναι σπαστικό. 

Επίσης θέλω να ξεκαθαρίσω ότι γνωρίζω ότι αυτά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Κάθε φράση της μορφής "αυτή λέξη προέρχεται από αυτό το ρήμα" είναι μια υπεραπλούστευση. Οι γλωσσικοί μηχανισμοί γύρω από την παραγωγή λέξεων είναι μάλλον περίπλοκοι. Ωστόσο, υπάρχουν και εργαλεία, όπως οι κατάληξη -ιμος για παράδειγμα, που φαίνεται ότι είναι γενικής χρήσης. Όπως λέω βιώσιμος (πολύ δόκιμη λέξη), πρέπει να μπορώ να φτιάξω κάπως και το επίθετο που δηλώνει ότι το ουσιαστικό το οποίο χαρακτηρίζει μπορεί να διανεμηθεί. *Διανεμήσιμος*Διανομήσιμος; Δε νομίζω. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Απλώς προς το παρόν τίποτα δεν μπορεί να διανεμηθεί σε αυτή τη χώρα, παρά μόνο περιφραστικά. 

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

διαφωνείτε; ελπίζω να είστε πολλοί.

Συχνά τα πράγματα είναι απλά. Ο 'όχλος', ως αναμένεται, έχει πληθυντικό 'οι όχλοι'. Είναι βέβαια αξιοσημείωτο ότι ο όχλος δεν έχει ιδιαίτερη ανάγκη από πληθυντικό: πολλοί όχλοι είναι μάλλον ένας μεγάλος όχλος, οπότε η αναγκαιότητα αυτής της λέξης είναι μάλλον ασήμαντη. Και αυτή δεν είναι η μόνη λέξη που δεν χρειάζεται πληθυντικό. Ωστόσο, αυτό δεν είναι κάτι κακό. Μπορεί κάποτε, κάποια βασανισμένη ψυχή να χρειαστεί κάποια τέτοια λέξη, όπως οι όχλοι, οι διαχρονικότητες, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. 

(για παράδειγμα, εμάς στο σχολείο μας είπαν στα αρχαία ότι τα ονόματα στα αρχαία δεν έχουν πληθυντικούς, όμως ο Κώστας Καρυωτάκης έγραψε κάποτε μια μπαλάντα, για την οποία χρειάστηκε διαφόρους πληθυντικούς ονομάτων. Κάποιος θα επιχειρηματολογήσει ότι ο Καρυωτάκης χρησιμοποίησε επώνυμα, και μάλιστα ξένων, οπότε αυτό δεν είναι καλό παράδειγμα. Αυτός ο κάποιος θα είναι κακός, και καλά θα κάνει να μην προσποιείται ότι δεν κατάλαβε τι θέλω να πω. Κανένας δε μας λέει ότι ο Καρυωτάκης δεν ήθελε να περιλάβει και Έλληνες στους άδοξους ποιητές, αλλά δίστασε λόγω της ασάφειας επί του θέματος. Άχρηστη παρένθεση τέλος )

Το πρόβλημα εντοπίζεται όταν κάποιοι τύποι χρειάζονται μεν αλλά δεν υπάρχουν.  Με αυτό θέλω να πω ότι, οι τύποι πάντα υπάρχουν, αλλά όσο να 'ναι, εάν χρειάζεσαι τη γενική πληθυντικού του 'λαβράκι', το λαβρακιών θυμίζει εσώρουχα, ενώ το λαβρακίων είναι μάλλον άστοχο. 

Και κάποιες άλλες φορές, οι τύποι υπάρχουν, είναι ευέλικτοι, χρήσιμοι, έυηχοι... αλλά είναι 'αδόκιμοι', τημπουτάναμου. Ένα κλασικό παράδειγμα, το οποίο μου είχε κάνει εντύπωση από παλιά, είναι η λέξη 'διαφωνούντες'. Τη λέξη τη συναντάς παντού, και κυρίως σε επίσημα κείμενα, όπως άρθρα, ανακοινώσεις, δικαστικά έγγραφα και στις ειδήσεις. Δεν ξέρω πως στο καλό κατάφερε να περάσει για δόκιμη, αλλά το θέμα είναι ότι όλοι την αγαπάνε. Ο Γούγλης απαντά με κάπου 8.250 σελίδες όταν τον ρωτήσεις τη γνώμη του. Όταν όμως τολμήσει ένας μόνος του να εκφράσει τη διαφωνία του, η γλώσσα πνίγεται σε μια κουταλιά νερό, και δεν ξέρει πως να τον ονομάσει. Αυτός μπορεί να είναι 'διαφωνών', όμως ποιος θα τον αποκαλέσει έτσι; Αυτό είναι αρχαία μετοχή. Είναι... ΑΔΟΚΙΜΗ (ακόμα κι αν προσθέσουμε τα 40 αποτελέσματα για το "η διαφωνούσα"). 

Προφανώς, ο αγαπητός Γούγλης, που μας έδωσε και χώρο για να κάνουμε μπλογκ (δοξασμένο το bandwidth του), δεν είναι απόδειξη καμιάς γλωσσολογικής πρότασης, είναι όμως μια πρόχειρη ένδειξη της κατάστασης. Από την άλλη, είναι αξιοσημείωτο πως στο λεξικό του κου Μπαμπινιώτη, η λέξη διαφωνών αναφέρεται κανονικά. Και προφανώς άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει μαθαίνοντας καθαρεύουσα, ή που έχουν έστω και στοιχειώδες ενδιαφέρον ή γνώση για τα αρχαία, θα τη χρησιμοποιήσουν.

Το θέμα δεν είναι η συγκεκριμένη λέξη. Το θέμα είναι πως, με κάποιο μαγικό τρόπο, στη νεοελληνική έχουν επιζήσει εκφράσεις, τύποι, λέξεις της αρχαίας και της καθαρεύουσας, και έχουν καταντήσει "μαύρα κουτιά". Χρησιμοποιούνται ως έχουν, όχι λειτουργικά, αλλά διακοσμητικά (εάν χρησιμοποιούνταν λειτουργικά, θα έπρεπε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και άλλοι τύποι τους, ανάλογα με τις ανάγκες του λόγου). Δείχνουν κυρίως ότι ο ομιλητής είναι γαμάτος, ξέρει και τη λέξη 'διαφωνούντες', π.χ. Και εάν πας εσύ να τις κλίνεις, να τις χρησιμοποιήσεις σε κάτι που θες να πεις, βρε αδερφέ, σε κοιτάνε ξινά λες και είπες 'της οδός'. Άμα πέσεις και σε φιλόλογο, μπορεί και να σε διορθώσει κι από πάνω. Άει σιχτήρ, δηλαδή. 

Το θέμα είναι πως η ενεργητική μετοχή είναι πολύ χρήσιμη, και δεν υπάρχει καμία μα καμία λογική στην κατάργησή της. Και μην ακούσω τίποτα για δυσκολία εκμάθησης. Την παθητική μετοχή μια χαρά ξέρουμε να την κλίνουμε. Α, και η αστεία λεπτομέρεια της ημέρας: η παθητική μετοχή δε χρησιμοποιείται επιρρηματικά! Χοχο. Καταμερισμός.  

Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ ακόμα, αλλά μάλλον δε θα το κάνω για να μην παραγίνω κουραστικός. Στο διάολο οι διαφωνούντες, λοιπόν. Εγώ διαφωνώ μόνος μου, κι άμα τολμάτε αποκαλέστε με με την ιδιότητά μου. Ο τολμών και χάριν έχει, που λέει και η παροιμία. Δηλαδή, θέλω να πω, ο γοργών νικά. Δηλαδή αφήστε με, μπερδεύτηκα με όλες αυτές τις ενεργητικές μετοχές. Αυτά.